Γιατρέ που αχόρταγα κοιτάζεις το σώμα το νεκρό που σου ‘χουν φέρει,
και το γυμνό μου κρέας κομματιάζεις μ ακονισμένο άπονο μαχαίρι
-άκουσε. Ξέρεις τι ήμουν πριν πεθάνω, κόψε όσο θες, σχίσε το κορμί μου
εδώ σ αυτό το μάρμαρο επάνω θα σου ιστορίσω την παλιά ζωή μου.
Στους δρόμους μεγάλωσα. Πατέρα, αδέρφια, συγγενείς δεν είδα,
ξυπόλυτη, μισόγυμνη, αγέρα και σύννεφα είχα μόνιμη κοιτίδα.
Δοκίμασα της νύχτας την αγρύπνια, την προσευχή που λες και πάει χαμένη,
δοκίμασα την κρύα πείνα ξύπνια κι απελπισία πικρή, φαρμακωμένη.
Όλους δοκίμασα τους μαύρους κόπους, της φτώχιας τη ντροπή και τη λαχτάρα εγνωρισα εχθρούς, όχι ανθρώπους και τραφηκα με δάκρυ και τρομάρα.
Μια μέρα… ήταν στερνή μου τύχη εις του νοσοκομείου ένα κρεβάτι,
χίμηξε ένα πουλί με μαύρο νύχι και το φτερό του μου κλείσε το μάτι.
Και πέθανα. Τ‘ ακούς; Έτσι μονάχη. Σαν σκύλος που ψοφάει μες το σκουπίδι
χωρίς τ αυτί μου ένα λόγο να ‘χει για συντροφιά μου στο μακρινό ταξίδι.
Για δες μαλλιά, για κοίταξε πως λάμπουν μαύρα, πυκνά, μακριά, δεν τα ‘χε άλλη αφίλητα κι αχάιδευτα θε να ‘μπουν της κρύας γης την παγωμένη αγκάλη.
Κοίταξε σώμα, λυγερό, παρθένο, δεν τ άγγιξε ποτέ του ξένο χέρι
Τώρα την παρθενιά του πεινασμένο παίρνει το κοφτερό σου το μαχαίρι.
Σχίσε το, κόψε το, κάνε το κομμάτια ακούραστος και με βουβό το στόμα
Χόρτασε το χέρι, χόρτασε τα μάτια, στο σώμα αυτό, το πουλημένο σώμα.
Ψάξε με, σκάλεψε με, μη σε νοιάζει, είμαι σκουπίδι, κρέας πεταμένο
Σκάψε βαθιά να βρεις που φωλιάζει της πείνας το μυστήριο κρυμμένο.
Βαλτ’ το μαχαίρι σου πιο μέσα ακόμα ξερίζωσε την καρδιά μου απ τα βάθη
Και ρώτησε την.. το άλαλο της στόμα του πόνου το μυστήριο να σου μάθει
Μπροστά σου εδώ γυμνή πονώ, στενάζω το ξέρεις υποφέρω, ακόμα κλαίω
Γιατί απ το χείλι μου το πικραμένο βγαίνει στερνή φωνή, στερνή λαχταρά
Κι είναι, τ ακούς, ροχαλητό πνιγμένο είναι βλαστήμια, ανάθεμα, κατάρα.
Anta Negri
7 Δεκ 2008
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου